Οι κατεδαφίσεις σπιτιών Ελλήνων στη Χειμάρα. Που είσαι Ελλάδα;;;

H 31-10-2017 είναι, ή θα έπρεπε να είναι, μια μέρα στην οποία, δυστυχώς, οφείλουμε να επικεντρωθούμε όλοι! Στη Χειμάρα της Αλβανίας, όπου είναι έντονη η παρουσία του ελληνικού στοιχείου, οι τοπικές αρχές προέβησαν στην κατεδάφιση 19 σπιτιών Ελλήνων, ενσπείροντας θύελλα διαμαρτυριών και προκαλώντας μέγιστο κοινωνικό ζήτημα με σοβαρές πολιτικές και διεθνικές διαστάσεις. Μάλιστα έχουν ήδη προγραμματιστεί οι κατεδαφίσεις άλλων 80 σπιτιών, που ανήκουν κι αυτά σε Έλληνες (!), και βρίσκονται στο κέντρο της πόλης!
‘‘Επίσημη αιτιολόγηση’’ για την επιχείρηση των κατεδαφίσεων, που ανέλαβε να διεκπεραιώσει το Αλβανικό Εθνικό Σώμα των Επιθεωρητών για την Προστασία της Περιοχής, είναι ότι αυτή υλοποιείται με στόχο την ‘‘αστική αναβάθμιση’’ της Χειμάρας, που λαμβάνει χώρα δυνάμει του συγχρηματοδοτούμενου από την Τράπεζα Κοινωνικής Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης (Council of Europe Social Development Bank - CEB) και την Αλβανική Κυβέρνηση ‘‘προγράμματος για την ανάπτυξη φτωχών αγροτικών κοινοτήτων και τον εκμοντερνισμό αστικών υποδομών’’.
Ωστόσο, καθώς είναι προφανές ότι στα πλαίσια εφαρμογής του άνω προγράμματος ο τρόπος εκτέλεσης των αποφασιζόμενων πρωτοβουλιών ανήκει στη διακριτική ευχέρεια των αλβανικών αρχών, αυτές οι σωρηδόν κατεδαφίσεις κατοικιών Ελλήνων και η εν γένει ‘‘επίθεση’’ στο περιουσιακό τους status συνιστούν μια ωμή, καθολική προσβολή στα ατομικά δικαιώματα των μελών της ελληνικής μειονότητας, η οποία στοχοποιείται επιλεκτικά και αδικαιολόγητα, δεδομένου ότι, ένεκα της ‘‘αστικής ανάπλασης’’, κατεδαφίζονται σπίτια μόνο Ελλήνων. Το γεγονός, επομένως, ότι πολίτες διαφορετικής (από την αλβανική) εθνοτικής καταγωγής μένουν κυριολεκτικά  ανέστιοι και δη με τη χρήση εξαμβλωματικών πρακτικών αποτελεί, πέραν από εξόφθαλμη και έντονη προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών της Χώρας αυτής, ως υποκειμένων Δικαίου, και φαλκίδευση του ουσιαστικού νοήματος της Δημοκρατίας και του σκληρού εννοιολογικού πυρήνα του Κράτους Δικαίου.
Οι ενέργειες των αρχών της γειτονικής Χώρας αντίκεινται στη διεθνή έννομη τάξη και η αντίθεση αυτή είναι διπολικά εστιαζόμενη: Αποτελεί και παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων περιουσίας (property rights), αλλά και παραβίαση των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας (minority rights).
Καταρχήν, εκλαμβάνεται ως απτή περιφρόνηση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αν και η Αλβανία είναι από το 1995 επίσημο μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης και το 1996 έχει επικυρώσει την ΕΣΔΑ, καθώς το υποτιθέμενο και επικληθέν από τις αλβανικές αρχές δημόσιο συμφέρον προς πραγματοποίηση των κατεδαφίσεων είναι εννοιολογικά έωλο, προδήλως ατεκμηρίωτο και μονόπλευρα στοχοποιητικό. Οι δε κατεδαφίσεις ως μέσο εκπλήρωσης του ‘‘γενικού καλού’’ (ήτοι της ‘‘αστικής ανάπλασης’’) είναι ένα δυσανάλογα επαχθές και πάντως επ’ ουδενί απολύτως αναγκαίο μέτρο σε βάρος των Ελλήνων σε σχέση με την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού, συνιστώντας έτσι κατάφωρη παραβίαση και της αρχής της αναλογικότητας. Ειδικότερα:
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ:
‘‘Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.’’ 
Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 8§1 της ΕΣΔΑ:
‘‘Κάθε πρόσωπο δικαιούται τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξει επέμβαση δημοσίας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, εκτός εάν η επέμβαση αύτη προβλέπεται από το νόμο και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο για την εθνική ασφάλεια, την δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξεως και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων’’
Από την άλλη πλευρά, στο άρθρο 14 της ΕΣΔΑ με σαφήνεια υπερθεματίζεται: ‘‘Η χρήση των αναγνωριζομένων στην παρούσα Σύμβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών είναι απαραίτητο να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής σε εθνική μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως.’’
Στην άνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη νομικά παρεμφερή του άρθρου 1 του 12ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αποτυπώνεται σε διαδιεθνικό κείμενο ανώτατης τυπικής ισχύος η θεμελιώδης Αρχή της μη διάκρισης (non discrimination principle), επιβάλλεται καθολική απαγόρευση πρακτικών ή μέτρων που εμπεριέχουν τέτοια διάκριση, αλλά και αναγνωρίζεται πανευρωπαϊκά η γενική προστασία όλου του φάσματος των δικαιωμάτων ‘‘εθνοτικών μειονοτήτων’’, όπως είναι βέβαια η ελληνική στη Χειμάρα της Αλβανίας.
Παράλληλα, η γείτονα Χώρα, μετά από μια μακρά διαδικασία διαπραγματεύσεων είναι, με απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών τον Ιούνιο του 2014, επίσημα υποψήφιο προς ένταξη μέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), γεγονός που αυτόματα και αυτοδίκαια συνεπάγεται ότι: α) πρέπει να πληροί και τα 3 θεμελιώδη κριτήρια επιλεξιμότητας (γνωστά και ως Copenhagen criteria). Μάλιστα το πρώτο από αυτά, και απολύτως καθοριστικό, αναφέρεται στην ύπαρξη σταθερών θεσμών στο υποψήφιο προς ένταξη κράτος, που εξασφαλίζουν τη Δημοκρατία, το Κράτος Δικαίου, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την προστασία των μειονοτήτων.
Και β): πρέπει να ενστερνίζεται και σέβεται ολοκληρωτικά το λεγόμενο ‘‘κοινοτικό κεκτημένο’’ (acquis communautaire), στο οποίο πρωτίστως περιλαμβάνονται οι συντακτικές πράξεις του ενωσιακού πρωτογενούς δικαίου και οι όλες οι διεθνείς συμβάσεις, τις οποίες έχει υπογράψει και εφαρμόζει η ΕΕ.
Και υπό αυτήν την οπτική, η συμπεριφορά των αλβανικών αρχών είναι καταδήλως παραβατική. Συγκεκριμένα, το άρθρο 2 της Συνθήκης για την ΕΕ (ΣΕΕ) ορίζει ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες», ενώ το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (ΧΘΔΕΕ), που αναφέρεται γενικευμένα στην απαγόρευση κάθε διάκρισης στην ενωσιακή επικράτεια, εντάσσει στο προστατευτικό του πλέγμα και τις διακρίσεις λόγω εθνοτικής καταγωγής και ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας.
Μάλιστα η κωφεύουσα σ’ όλα τα παραπάνω γειτονική Χώρα στη Συμφωνία Σταθεροποίησης και Ένταξης (Stabilization and Association Agreement) που έχει συνυπογράψει με την ΕΕ το 2009 έχει αποδεχθεί (στο αρ. 2) να σέβεται τα ατομικά δικαιώματα (που βεβαίως τέτοια είναι και τα περιουσιακά δικαιώματα) όπως αυτά έχουν διακηρυχθεί στην Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΟΗΕ), στην ΕΣΔΑ, στην Τελική Πράξη του Ελσίνκι και στον Χάρτη του Παρισιού για μια νέα Ευρώπη.
Πέραν όλων των ανωτέρω, η Αλβανία προέβη σε κακή χρήση της διακριτικής της ευχέρειας και η ‘‘κατά το δοκούν αυτενέργεια’’ της στο προκείμενο ζήτημα έρχεται σε σύγκρουση με τις διεθνείς δεσμεύσεις της. Το όμορο κράτος προσχώρησε στις 4-10-1991 στο Διεθνές σύμφωνο του ΟΗΕ για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (International covenant on civil and political rights), που έχουν υπογράψει και επικυρώσει και όλες οι χώρες της ΕΕ, και το επικύρωσε στις 4-1-1992.
Στο άρθρο 17 του Συμφώνου διατυμπανίζεται ότι ‘‘Κανείς δεν υπόκειται σε αυθαίρετες ή παράνομες παρενοχλήσεις της ιδιωτικής του ζωής, της οικογένειας, της κατοικίας ή της αλληλογραφίας του, ούτε σε παράνομες προσβολές της τιμής και της υπόληψής του. 2. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα προστασίας από το νόμο έναντι τέτοιων παρενοχλήσεων ή προσβολών.’’ ενώ στο αρ. 5 τονίζεται ότι καμία διάταξη του Συμφώνου δεν μπορεί να ερμηνεύεται έτσι ώστε να δίνει δικαίωμα σε κράτος (όπως η Αλβανία), ομάδα ή άτομο να επιδοθεί σε δραστηριότητα ή να τελέσει πράξη που να αποβλέπει στην κατάλυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζει το Σύμφωνο.
Επιπλέον, η Αλβανία υπέγραψε το 1994 (αλλά δεν επικύρωσε ακόμα) τη Διεθνή Σύμβαση για την Κατάργηση κάθε μορφής φυλετικών Διακρίσεων (International Convention on the Elimination of all Forms of Racial Discrimination), στο άρθρο 5 της οποίας προβλέπεται ότι τα κράτη της Σύμβασης αναλαμβάνουν την υποχρέωση απαγόρευσης και εξάλειψης κάθε φυλετικής διάκρισης, αλλά και εγγυώνται το δικαίωμα καθενός να απολαμβάνει, inter alia ανεξαρτήτως της εθνικής ή εθνολογικής προέλευσης του, το δικαίωμα διακατοχής περιουσίας τόσον ατομικώς όσον και συνεταιρικώς (αρ. 5 περιπτ. V), όσο και το δικαίωμα κατοικίας (αρ. 5 περιπτ. ιιι).
Συν τοις άλλοις, βασικό ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο σε όλα τα ανωτέρω συνιστά η ποσοτικά πολλαπλή προσαγωγή και καταδίκη της γειτονικής χώρας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) σχετικά με ζητήματα προστασίας της ιδιοκτησίας πολιτών και διεξαγωγής δίκαιης δίκης (fair trial). Εν προκειμένω, το απολύτως χαρακτηριστικό δεδομένο είναι ότι το ΕΔΔΑ στα πλαίσια συστηματικής προσέγγισης των παραβιάσεων δικαιωμάτων περιουσίας από την Αλβανία χρησιμοποίησε την υπόθεση Manushaqe Puto και άλλοι κατά Αλβανίας ως δίκη-πιλότο επί αυτών των θεμάτων και το 2012 θεώρησε την Αλβανία υπεύθυνη για την παραβίαση των άρθρων 13 και 46 της ΕΣΔΑ και του αρ. 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ατομικά περιουσιακά δικαιώματα), καταδικάζοντας για την νομικά τουλάχιστον απαράδεκτη συμπεριφορά να μην προβαίνει σε αποκατάσταση και αποζημίωση των προσώπων που υφίστανται απώλειες στις περιουσίες τους.
Το τραγελαφικό δε όλης της υπόθεσης είναι ότι η ‘‘αστική ανάπλαση’’ της Χειμάρας χρηματοδοτείται κυρίως από την άνω Τράπεζα (CEB) του Συμβουλίου της Ευρώπης (και σε ένα πολύ μικρότερο ποσοστό από την Αλβανική Κυβέρνηση), στην οποία από τις 16-4-1956 συμμετέχει, ως μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, και η Ελλάδα και δη με ποσοστό μετοχών που ανέρχεται στο 3%.  Συνεπώς, η Ελλάδα, ως μέτοχος της Τράπεζας αυτής, συγχρηματοδοτεί καλώς ένα ‘‘αναπτυξιακό project’’ στη γειτονική χώρα, το οποίο απρόσμενα κακώς και όλως παραδόξως καταλήγει όχι απλά σε σοβαρή περιφρόνηση αλλά σε απαξιωτικό εξοβελισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων των ομοεθνών μας που ζουν στην Αλβανία!
Έπειτα απ’ όλα τα παραπάνω ανακύπτει η εύλογη αναρώτηση για την σχετική ενημέρωση της ελληνικής κοινωνίας επί του θέματος και πρωτίστως για την επίσημη αντίδραση και θέση της ελληνικής πλευράς. Φρονώ ότι η ενημέρωση είναι ισχνή και η αντίδραση της Πολιτείας (δηλώσεις ΥΠΕΞ, κ. Κοτζιά), αν μη τι άλλο, αναιμική (!), γεγονός που σηματοδοτεί την μεγάλη ανάγκη μιας μεγάλης αλλαγής στη ρότα του Ελληνισμού. Χρειαζόμαστε άμεσα και επειγόντως, πριν είναι πολύ αργά, αποκατάσταση του τρωθέντος, κυρίως από τον Ιανουάριο του 2015 και μετά, διεθνούς κύρους της χώρας, καλά σχεδιασμένη, δυναμική και στοχευμένη στρατηγική θέσεων και διεκδικήσεων εξωτερικής πολιτικής, μα πάνω από όλα ανθρώπους με γνώση της διεθνούς θεματολογίας και πολιτικούς με σθένος και ψυχή που μαχητικά να αξιώνουν την υλοποίηση είτε των δικαίων είτε των συμφερόντων της Ελλάδας στα διεθνή fora. Μόνο έτσι το αγωνιώδες ερώτημα ‘‘Που είσαι Ελλάδα;;;’’, το οποίο προφανώς αναδύεται αυθόρμητα στη σκέψη κάθε Έλληνα, που μαθαίνει για όλα τα παραπάνω, θα μετουσιωθεί στη ρήση εθνικής αυτοπεποίθησης και αξιοπρέπειας ‘‘Είμαστε μια δυνατή (και στο Εξωτερικό) Ελλάδα’’.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ -LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW LLM IN EUROPEAN LAW